μεσονύκτιος


μεσονύκτιος
[мэсониктиос] εκ. полуночный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μεσονύκτιος" в других словарях:

  • μεσονύκτιος — of masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεσονύκτιος — και μεσονύχτιος α, ο (ΑM μεσονύκτιος, ον) 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο μέσο τής νύχτας ή που συμβαίνει κατά τα μεσάνυχτα («μεσονυκτίοις ποθ ὥραις», Αριστοτ.) 2. το ουδ. ως ουσ. βλ. μεσονύκτιο αρχ. 1. (το ουδ. ως χρον. επίρρ.) μεσονύκτιον… …   Dictionary of Greek

  • μεσονυκτίως — μεσονύκτιος of adverbial μεσονύκτιος of masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεσονύκτιον — of neut nom/voc/acc sg μεσονύκτιος of masc/fem acc sg μεσονύκτιος of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεσ(ο)- — (ΑM μεσ[ο]) Α και μεσσο και μεσαι ) α συνθετικό πολλών λ. όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, που ανάγεται στο επίθ. μέσ(σ)ος*. Οι ελάχιστοι τ. με α συνθετικό μεσαι (πρβλ. μεσαι πόλιος, μεσαι πόλος, μεσαί γεως) οφείλονται σε τεχνητή ανάπτυξη μακράς… …   Dictionary of Greek

  • μεσονυκτικός — ή, ό (Μ μεσονυκτικός, ή, όν) [μεσονύκτιο] 1. αυτός που γίνεται κατά το μεσονύκτιο, ο μεσονύκτιος 2. το ουδ. ως ουσ. βλ. μεσονυκτικό(ν) …   Dictionary of Greek

  • μεσονύκτιο — και μεσονύχτι, το (ΑM μεσονύκτιον και μεσανύκτιον, Μ και μεσονύχτιον) το μέσο τής νύχτας, η δωδέκατη νυκτερινή ώρα, τα μεσάνυχτα («καὶ ἐκοιμήθη Σαμψὼν ἕως μεσονυκτίου», ΠΔ) νεοελλ. 1. (ειδικά στην αλληγορική φρασεολογία τών τεκτόνων) το τέρμα τής …   Dictionary of Greek

  • μεταμεσονύκτιος — και μεταμεσονύχτιος, α, ο αυτός που υπάρχει ή γίνεται μετά τα μεσάνυχτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α) * + μεσονύκτιος. Η λ. μαρτυρείται από το 1888 στον Σπ. Παγανέλη] …   Dictionary of Greek

  • παραμεσονύκτιος — α, ο αυτός που γίνεται, συμβαίνει πριν ή μετά από τα μεσάνυχτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + μεσονύκτιος. Η λ. μαρτυρείται από το 1896 στην εφημερίδα Άστυ] …   Dictionary of Greek

  • προμεσονύκτιος — α, ο / προμεσονύκτιος, ον, ΝΜ [μεσονύκτιος] νεοελλ. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο πριν από τα μεσάνυκτα διάστημα τής ημέρας μσν. η πριν από τα μεσάνυχτα ώρα …   Dictionary of Greek